Πέμπτη, 16 Απριλίου 2009

ο ανάποδος άνθρωπος 6

ὕπνῳ καὶ θανάτῳ διδυμάοσιν

Ιλιάδα, Π, 672

Πίσω στο σπίτι του ο ανάποδος όρμησε με μανία πάνω στη βιβλιοθήκη του, την οποία και έριξε κάτω, μ' όλα τα βιβλία και μαζί με ένα σωρό χαρτούρες που είχε μαζέψει σε μια περασμένη εποχή. Πρόλαβε να τραβηχτεί εκπαιδευμένος καθώς ήταν και έτσι είδε το μεγαλειώδες και πανάθλιο θέαμα της πτώσης, και πρόλαβε να σκεφτεί τον άναρθρο ήχο που το έπιπλο θά κανε προσκρούωντας στο πάτωμα, κι ένιωσε σαν το Θεό του κεραυνού - του άναρθρου κεραυνού. Αμφέβαλλε αν θα ερχόταν κανείς από την πολυκατοικία να δει τι έγινε. Ζούσε στο ισόγειο. Κι όντως κανείς δεν ήρθε. Ήταν ακόμα πρωί και δεν είχε πάει στη δουλειά για δεύτερη μέρα, που σήμαινε ότι δεν είχε πια δουλειά - εκτός κι αν ο ανάποδος αναποδογύριζε τα μέσα έξω.

Αυτό με τη δουλειά καθόλου δεν τον πείραξε, μόνο που θα χρειαζόταν να τηλεφώνησει σε γνωστούς του να του βρουν κάτι, αλλά όλο αμφέβαλε για τον αν θα έπρεπε πρώτα να βάλει μια τάξη και μετά να προσπαθήσει να βάλει περισσότερη τάξη, ή αν κάποιος θα μπορούσε όντως να βάζει τάξη γενικότερα έχοντας ένα πάτωμα τόσο ακατάστατο. Γι αυτό και προτίμησε να τηλεφωνήσει στο κατάστημα με τα τατουάζ. Του άρεσε να κλείνει έγκαιρα ραντεβού για τα πιο ασήμαντα πράγματα.  Αυτό του το είχε μάθει μια πρώην φιλενάδα του, η οποία, όμως, έκλεινε ραντεβού και για τα πιο σημαντικά, αυτό όμως ήταν ένα μαθησιακό σύνορο που ο ανάποδος ποτέ δεν πέρασε.

Και παρ΄ολ΄ αυτά τα χαμένα ραντεβού, ο ανάποδος άνθρωπος είχε καταφέρει να απελαθεί από διάφορες επικράτειες ήδη χιλιάδες φορές στη ζωή του, και αυτή είναι μια από τις βασικές αιτίες για τις οποίες περπατούσε στα ταβάνια. Δεν έλειπαν, λοιπόν, από τον ανάποδο τα χαρίσματα, εκτός κι αν κανείς τον έβλεπε υπό το πρίσμα της ιστορίας, από την οποία ο ανάποδος είχε αποκομίσει ανάμικτα συναισθήματα, επειδή ακριβώς αυτή προτιμούσε τα πατώματα.

Πέρασε το υπόλοιπο της ημέρας επιβάλλοντας στα μάτια του να σκανάρουν γραπτά κείμενα ήσσοντος σημασίας, και αποκοιμήθηκε . Το άλλο πρωί ξύπνησε απ΄τον βαρύ ύπνο με το συναίσθημα ότι ό,τι κι αν ευχόταν θα γινόταν αληθινό. Σκότωμα τα πρωινά.

Τετάρτη, 8 Απριλίου 2009

Τρίτη, 7 Απριλίου 2009

ο ανάποδος άνθρωπος 5 - γνωριμίες

Κείνο που προέκυψε απ’ εκείνη τη σύντομη κουβέντα, ήταν ένα αμοιβαίο ενδιαφέρον.  Ο φαλακρός, με τη μύτη που προεξείχε από το προφίλ του σαν τεχνητά προσαρτημένο ορθογώνιο τρίγωνο,  και με τις μόνιμες ρυτίδες στο δέρμα γύρω από τα μάτια του, που έμοιαζαν σαν κάποιος να ‘χε καρφώσει μια πινέζα στα μιλίγκια, και αυτή να τραβά μόνιμες αυλακιές, αυτός ήταν ένας αντιπαθητικός για τον ανάποδο άνθρωπος.  Αποκρίθηκε στην κουβέντα του ανάποδου με τη φράση:

«ε βέβαια διστάζεις άνθρωπε μου, τα τατού δεν είναι εικόνες και ζωγραφιές, σφραγίδες και υπογραφές είναι, συμβόλαια»

Και γέλασε δυνατά…

Ο ανάποδος γέλασε κι αυτός, είπε ότι θα ξαναερχόταν, να το σκεφτεί πρώτα λιγάκι, και σφράγισε την υπόσχεση με ένα επιπλέον βλέμμα στον καραφλό και παίρνοντας ένα flyer του μαγαζιού. Ο μαγαζάτορας στράφηκε αμέσως πίσω στον υπολογιστή του στο βάθος, ενώ ξαφνικά για τον ανάποδο που βγήκε πάλι στη βοή, η πόλη μίκρυνε και μεγάλωσε ταυτόχρονα κι ακαριαία, κι ο ανάποδος φυσιολογικά τρόμαξε.  Έρχεται μια στιγμή, σκέφτηκε, που κάθε πόλη δείχνει το άγριο, το κακό της πρόσωπο, το μίσος της προς τους ανθρώπους, πρωτίστως τους καινουργιοφερμένους, καθώς βάζει σε μια σειρά το έργο της εκδίωξης.  Το έργο της εκδίωξης μένει για κάθε πόλη ημιτελές, εξ ου και ο μόνιμος πληθυσμός, αλλά ο ανάποδος θα 'ταν έτσι κι αλλιώς από τους πρώτους που θα διώκονταν.  Για τον καθένα, μόνο η πόλη στην οποία έχει ανατραφεί είναι ανίκανη γι΄αυτήν την κακία, μα την αναπληρώνει με ανία και με χαιρεκακία, που σπάνια, πάντως, φτάνει μέχρι την αγνή και παράλογη αντιξοότητα.   

Ο ανάποδος αποφάσισε να καμωθεί πως αποφεύγει το χειρότερο πρόσωπο του νέου γι΄αυτόν τόπου, κι οι λεωφόροι φυσιολογικά τον έσπρωξαν σε έναν παράδρομο, από τον οποίο περνούσε το λεωφορείο για το σπίτι του.  Προτού φτάσει στη στάση είχε παρακολουθήσει μια όμορφη κοπέλα να περπατα μπρος του.  Του κάνε εντύπωση πως περπατούσε όχι φουσκώνοντας το στήθος μα ρίχνοντας πίσω την πλάτη, κι ακόμα πιο πολύ το ότι η απόσταση από την κορφή του κεφαλιού ως τη μέση ήταν ακριβώς ίση με την απόσταση από τη μέση ως τα παπουτσωμένα πέλματα.  Στο λεωφορείο έκατσαν δίπλα, ή μάλλον ο ανάποδος έκατσε δίπλα της κι αυτή έδειξε αυτήν την ωραία ανοχή που απλώνεται στο χώρο σαν το άρωμα όλων των δυνατοτήτων.  Ο ανάποδος έβγαλε το βιβλίο του να διαβάσει, μα σύντομα παρατήρησε ότι η πλαϊνή ραφή στο τζιν παντελόνι-σωλήνα που φορούσε η κοπέλα είχε ξιλωθεί στο μηρό σε μήκος 5 – 10 πόντους.  Ένα άνοιγμα σε σχήμα αιδοίου σχηματιζόταν, ειδικά λόγω του ότι τα μέρη του υφάσματος δίπλα στη σχισμή που είχαν αποκαλυφθεί ήταν πιο ανοιχτόχρωμα, σα χείλια, κι ο ανάποδος δεν ξεκόλλησε τα μάτια του από πάνω του σε όλο το μήκος της διαδρομής, μέχρι τη στάση κοινό τους προορισμό.  

Κυριακή, 22 Μαρτίου 2009

Προθέσεων έκφρασις

Η πρότασή μας είναι εξής:

από τους γονείς έως τους παππούδες των γιαγιάδων μας,

από τους καθηγητές μας έως τους βρεφοκόμους των παιδιών μας,

από τους ρήτορες έως τους πολιτικούς,

και από τους ιερείς έως τους ψυχολόγους των καιρών μας

φιλολόγησαν υπέρ μύθων και παραμυθιών, παραβολών και ιστοριών.

Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, στα πολύ παλιά, τα παιδικά, τα χρόνια, η ηθική μας – ως λογική της συμπεριφοράς – σμιλεύθηκε ήρεμα και γλυκά…Ο εκάστοτε «παραμυθάς» άλλαζε τον τόνο της φωνής του και φρόντιζε ώστε οι παραστάσεις, που με γλαφυρό τρόπο μας εξιστορούσε, να παρασταθούν σαν το ξυλαράκι που τοποθετείται δίπλα στο μικρό δεντρααάκι για να μην στραβώσει ο κορμουούλης του και όταν μεγαλώωωσει το δεντράκι να μπορεί να αντέξει στις μποοόρες και τους βορριααάδες….

Οι φροντιστές κάθε ηλικίας και κάθε εποχής φροντίζουν την διάπλαση δυναμικών συναισθημάτων και ιδανικών ηρωικών…και κάθε φροντιστής πατάει στο έργο του προηγούμενου συνεχίζοντας την ιστορία και αναπαράγοντας την λογική..

Από τον Ρομπέν των δασών και τον Γουλιέλμο Τέλλο, τον Μοντεχρήστο και τον Χωκ Φιν, τον Ταρζαν και τον Ζορό έως τον Οδυσσέα και τον Αχιλλέα, τον Λεωνίδα, τον Κολοκοτρώνη, την Φιλική Εταιρία και…. η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται αλλά αναπαράγεται…στην μικρή και την μεγάλη οθόνη, αλλά και την μεσαία του ηλεκτρονικού υπολογιστή.

Κυριακή βράδυ, ο φροντιστής μας το Mega, κατά την λήξη των νέων στις 8 (τώρα πια) μας ενημερώνει ότι…ακολουθεί η ταινία «Η Μάσκα του Ζορό» και εύχεται καλό σας βράδυ. Είχε, δε, προηγηθεί η είδηση για την ποινικοποίηση της κουκούλας - χωρίς βέβαια να δοθεί σαφής ορισμός της τελευταίας. Και την στιγμή που ήταν να παρατηρηθεί η αντίφαση που ενέχεται στο αν η μάσκα συνιστά στο εξής κουκούλα – πράγμα το οποίο θα σήμαινε μία κατά το δυνατόν συνειδητή σύνδεση και σύνθεση των εμπειριών σε ένα σχήμα λογικής και νοήματος – πέφτουν οι διαφημίσεις!

Το ανθρώπινο (ζώ)ον, όμως, δεν ενοχλείται τόσο εύκολα. Άλλωστε πάντα του άρεσαν τα κενά …από τα πολύ παλιά, τα μαθητικά, τα χρόνια όταν ελλείψη του/ης καθηγητή/τριας ο χρόνος – σύντροφος της στάσης και της πορείας– άνοιγε την αυλαία για την αναπαράσταση ή την προετοιμασία των περιπετειών του Ζορό, του Ρομπέν των Δασών και των άλλων ηρώων…

Θυμάστε, όμως, το ανέκδοτο που έλεγε πώς πέθανε ο τελευταίος (Πόντιος) μαθητής;[1]

Άρα: γεμίζουμε το κενό και μετά το συνδέουμε με τις πρότερες και τις ακόλουθες εμπειρίες. Έπειτα βάζουμε την συνάρτηση στο νου και σκεφτόμαστε. Δοκιμάζουμε δημιουργώντας μικρές ερωτήσεις στον πυρήνα του νοήματος. Όταν οι απαντήσεις προκαλούν ικανοποιητική αντίσταση κατά την χώνεψή τους, η τροφή για σκέψη είναι έτοιμη!

Ρωτάμε λοιπόν:

Εσείς με τι παραμύθια μεγαλώσατε;

Μαζί δεν διαβάσαμε τις ιπποτικές περιπέτειες του Ρομπέν τον Δασών και του Γουλιέλμου Τέλλου;

Μαζί δεν οργιστήκαμε με την άδικη φυλάκιση του Μοντεχρήστου;

Μαζί δεν απολαύσαμε τις περιπέτειες του Χωκ Φιν;

Μαζί δεν είδαμε για πρώτη φορά τα κατορθώματα του Ζορό και του Ταρζάν στην μικρή οθόνη;

Μαζί δεν ντυθήκαμε τις απόκριες Σούπερμαν και Μπάτμαν;

Καλά του Δον Κιχώτη του βγήκε το όνομα του φαντασιόπληκτου, του τρελού, του απροσάρμοστου…του χρήζοντος ψυχοθεραπείας βρε αδερφέ!

Οι άλλοι όμως; Ας μη ξεχν/γελ-ιόμαστε! Η απαντήσεις ζυμώνονται με τις ερωτήσεις προκαλώντας τον απαραίτητο για την επιτυχία της σύνθεσης θαυμασμό.

Άρα: μήπως ο Ζορό δεν έβαζε και καμιά φωτιά στο πέρας του, ή δεν χάλαγε τον πάγκο του μικροπωλητή στην αγορά όταν έπεφτε από το πύργο και το άλογο του είχε μετακινηθεί λίγο από την θέση του!!.... Η μήπως ο Ρομπέν προκαλούσε λιγότερες ζημιές! Και πότε ενδιαφέρθηκε κανείς για το αν αναποδογύρισε το κάρο με την πραμάτεια του εμποράκου ή έσπασαν οι κανάτες της νοικοκυράς!

Αλλά γιατί να μας ενδιαφέρει κάτι τέτοιο αφού οι ίδιοι οι απλοί άνθρωποι τότε, στην πλειονότητα τους, επευφημούσαν τους λαϊκούς ήρωες τους και υπήρχε μια «κρυφή» επιθυμία συνεισφοράς στον αγώνα. Ήταν τιμή τους που ο Ρομπέν τελικά σώθηκε χάρη στο κάρο τους ή το βέλος το σταμάτησε η κανάτα που τύγχανε να βρισκόταν εκεί. Το κάθε κάρο και η κάθε κανάτα ήταν ο επιούσιος, ο αρκετός δηλαδή για μία ημέρα, ο αναγκαίος για την επιβίωση. Τώρα η κάθε τζαμαρία και η εκάστοτε βίδα συνιστά το περιούσιο, το περίσσευμα δηλαδή.

Το ζην ενείχε την αναγκαία για την επιβίωση περατότητα, το εφήμερο. Το ευ ζην επιβάλλει, το άγχος της ανεπίτευκτης αιωνιότητας.

Αυτά όμως συνέβαιναν μια φορά και έναν καιρό στα παραμύθια, στους μύθους και τους θρύλους, στο Mega Cinema, και όχι στην πραγματική ζωή. Τότε που το δίκαιο και το άδικο ήταν τόσο ξεκάθαρο ακόμα και για τον πιο αθώο και αγαθό αναγνώστη/ θεατή. Στην καθημερινότητα όμως τα πράγματα είναι σχετικά και σχεσιακά και οι παράγοντες είναι πολλοί και αλληλοδιαπλέκονται και αλληλοδιασταυρώνονται και αλληλοσπαράζονται τα σωθικά μας και τίποτα δεν είναι ξεκάθαρο και όλα μας φαίνονται τόσο μα τόσο μπερδεμένα. Μπες στην θέση την δική μου…. μπες στην θέση την δική του… δες τα πράγματα και από αυτήν την οπτική, δες τα γεγονότα και από την άλλη, άλλαξε λίγο οπτική γωνία, πάρ’το λίγο αλλιώς…..Kαι στο τέλος καταλήγεις να μην έχεις τελικά εσύ θέση ή να έχεις θέσεις άπειρες δια των αντιπροσώπων οι οποίοι αλληλομαστιγώνονται στην αντί-διαλεκτική των debate.

Λες και είναι τόσο δύσκολο να πάρουμε θέση όταν χθες σκοτώσανε τον Αλέξη ή τον Χασάν, όταν προχθές αφαιρέθηκε η ζωή ενός οποιοδήποτε παιδιού, όταν ρίχνουν βιτριόλι σε μια αγωνίστρια εργαζομένη μετανάστρια μητέρα για την αξιοπρέπειά της, όταν εκμεταλλεύονται τους μετανάστες, όταν κακοποιούν οι εργοδότες τους εργαζόμενους, όταν το κράτος καταργεί σιγά σιγά τα εργασιακά δικαιώματα, όταν υποθάλπει την ανασφάλιστη εργασία, όταν μεταστρέφει το θέμα της μετανάστευσης σε προσωπικό πρόβλημα, όταν κατά βάθος, πλάτος, ύψος έχει συμβάλει με τις πολιτικές θέσεις ή με την έλλειψή τους στην μετανάστευση ανθρώπων από την άλλη άκρη της γης. Όταν παρουσιάζει τον δικό του φόβο ως δικό μας…

Ο Νεοφιλελευθερισμός μαζί με όλα τα αλλά θετικά και αρνητικά ανάδειξε ως υπέρτατη αρετή – ηθική αν θέλετε - την κριτική σκέψη και την σχεσιακότητα των πραγμάτων. Δεν επιτρέπεται να μην σταθούμε κριτικά στα γεγονότα και να μην εξετάσουμε όλους τους παράγοντες και όλες τις συνθήκες. Δεν μπορούμε να μην σταθούμε στις αιτίες και να μην εμπλακούμε στις πιο μακροσκελείς και διορατικές αναλύσεις. Τι είμαστε τίποτα αγράμματοι ή αμόρφωτοι; Πρέπει να εξετάσουμε κάθε παράμετρο, κάθε στοιχείο σπιθαμή προς σπιθαμή…….. να δούμε τα πράγματα στην ολότητα τους. Και τότε μέσα από αυτό αναδύονται τα στοιχειά τις εποχής μας, όπως αυξάνονται τα παράθυρα στην T.V.

Tα παραμύθια και οι μύθοι του νεοφιλεύθερου καθεστώτος στέκονται με ευλάβεια στον πάγκο του μικροπωλητή – αν και τυγχάνει να είναι μεγαλέμπορας – που ο κακόμοιρος τράβηξε και τι δεν τράβηξε από τον ……. από ποιον άραγε; Σιγά να μην υπάρχουν ήρωες με κουκούλες! Που είναι το ονοματεπώνυμο;

Μήπως χάθηκε στην σχετικότητα των συστατικών;

Αυτό το ερώτημα ανοίγει όταν η συνταγή αλλάζει, όταν η ηθικοπολιτική κουζίνα της εποχής δεν επιτρέπει στα παιδιά να πιστεύουν τα όσα μαθαίνουν στο σχολείο και όπου η στατιστική κατέχει την θέση της σκέψης, της στοιχειώδους έστω[2].

Αφορμή για αυτό το κείμενο στάθηκε μια κουβέντα που τυχαία ακούσαμε έξω από ένα πολυκατάστημα με αποκριάτικα είδη όπου ένας μικρός συμμεριζόμενος πιθανών, αν όχι την παγκόσμια οικονομική κρίση, τουλάχιστον την δυσκολία της μητέρας του να αγοράσει την στολή του Ζορό με πλήρη εξάρτηση, της λέει «..μαμά δεν πειράζει το πολύ πολύ να ντυθώ κουκουλοφόρος. »



[1] Έπεσε στο κενό!

[2] Από τα Παράδοξα του Ε. Αρανίτση (22/03/09) για να επιστρέψουμε στην συνταγή σύνδ/θεσης παρόντος - παρελθόντος - μέλλοντος.

Τρίτη, 10 Μαρτίου 2009

ο ανάποδος άνθρωπος 4

Dans la vie d’un homme, il y a deux dates importantes, celle de sa naissance et celle de sa mort. Tout ce qu’on fait entre ces deux dates n’a pas beaucoup d’importance.

Jacques Brel

«Σημασία έχει να κάνει κανείς το τατουάζ» σκέφτηκε ο ανάποδος άνθρωπος, μα σύντομα η αποφασιστικότητά του διαλύθηκε μέσα σε σκέψεις ανόητες και περιττές. Του φάνηκε δύσκολο να συλλάβει το πως μπορεί κανείς να βάλει την τελευταία γραμμή πάνω σε κάτι που θα διαρκέσει μια ζωή – καταλάβατε, πώς μπορεί να πει φτάνει, μη ζωγραφίσεις άλλο, έτσι το θέλω… Κι αν δε μπορεί κανείς να βάλει την τελευταία γραμμή, πως μπορεί να βάλει την πρώτη; Αυτή η σκέψη μπορεί εύκολα να θεωρηθεί σημάδι και επιβεβαίωση της αποδιοργάνωσης του νου του ανάποδου, μα στην συγκεκριμένη περίσταση ήταν μια σκέψη διαυγής και ως τέτοια θα πρέπει να την παραδεχτούμε ως σημάδι μιας γενικότερης διαύγειας. Ασφαλώς και διαγνώσατε μέσα της την ψυχρή ποιότητα ενός λογικού παράδοξου, μα αυτό δεν πρέπει να σας απομακρύνει από το ότι ο ανάποδος βασανιζόταν από αυτή τη σκέψη με όλη του την ψυχή, και μέσα σε αυτή τη σκέψη αντηχούσαν συναισθήματα, εικόνες και κυρίως λόγια που πήγαιναν πίσω στη ζωή του πιο πολύ και από τη μνήμη την ίδια. Κι έτσι, για κανά δυο κρίσιμα λεπτά ο ανάποδος παρακαλούσε από μέσα του το μαγαζάτορα να του μιλήσει μήπως και του διαλύσει τους δισταγμούς. Αλλά ο μαγαζάτορας ασχολήθηκε με τον υπολογιστή στο βάθος του μακρόστενου μαγαζιού λίγο παραπάνω απ’ το συνηθισμένο, τόσο όσο χρειαζόταν ώστε να σχηματιστούν αυτές οι σκέψεις στο νου του ανάποδου – ίσως βέβαια να ήταν η πρωινή βοή του δρόμου που δεν είχε αφήσει τα βήματα του ανάποδου να ακουστούν στο τσιμεντένιο πάτωμα, με τον ίδιο τέλος πάντων τρόπο που εσείς κι εγώ τα’ ακούσαμε.

Το κρύο ήταν πολύ τσουχτερό κείνο το πρωί που κόντευε μεσημέρι, και ο ανάποδος είχε μάλλον χάσει ένα ακόμα μέρος της επαγρύπνησής του εξαιτίας του. Δεν είχε δει έτσι ότι δίπλα στην πόρτα καθότανε κάποιος σε μια παλιά καρέκλα Βιέννης, και ξεφύλλιζε έναν από τους καταλόγους σχεδίων του μαγαζιού. Ο ανάποδος άνθρωπος σκέφτηκε ξαφνικά το δωμάτιο του, και θυμήθηκε ότι το είχε αφήσει φοβερά ακατάστατο. Αλλά αν έχετε πάρει έστω λίγο γραμμή τι παίζει με τον ανάποδο, θα συμφωνήσετε ότι τον εκνεύριζαν εξ ίσου η τάξη και η αταξία. Ο ανάποδος άνθρωπος έκανε μια σκέψη μάλλον πρωτόγνωρη: πώς θα ήταν αν αυτός ο συγκεκριμένος τύπος στην καρέκλα Βιέννης (φαλακρός) ήταν στο δωμάτιο του ανάποδου, αντί για τον ίδιο; Για κάποιο λόγο, αυτή η σκέψη διέλυσε λίγο τη συστολή του ανάποδου, και μίλησε στον τύπο, κάτι τον ρώτησε που δεν έχει σημασία, είχε να κάνει με τα τατουάζ, και ο ανάποδος αν ήταν σε κάτι φρικτός ήταν στις αυθόρμητες κουβέντες. Και τόσο στον ανάποδο, όσο και σε σας αυτή πρωϊνή κουβέντα δίνει κάποια ελπίδα.

Τρίτη, 3 Μαρτίου 2009

30108

Θα με κυνηγάν τα φαντάσματα του παρελθόντος
της μοίρας η μοιραία κατάνυξη
άνθρωποι στου μυαλού μου την φαντασία
είμαι ένας αχόρταγος της γης
ανήμπορος να δαμάσω τις παρορμήσεις μου
είναι γλυκιά η αίσθηση της εξαπάτησης του πόνου
κρατώ την αρρώστια μου στα γόνατα
και τη ποτίζω με καπνό, κρασί και ποίηση,
και θέλω τόσο μα τόσο να την νικήσω και εκείνη αγέρωχη χαμογελά
σαν έρθει η στιγμή δεν σε εγκαταλείπω
σαν τους φίλους και γονείς σου
μα μπρος στην δύναμη της νιώθω ακυβέρνητος
που είναι εκείνη η γνωστή φωνή
που στα άκουσμα της ουρανός και γη υποκλίνονται μέσα μου
όπως όταν είσαι νέος και δίνεις την πρώτη σου υπόσχεση
και σε παίρνουν τα δάκρυα από το ρίγος του κορμιού
σαν να μην ηρθα σε αυτόν εδώ τον τόπο
και σαν να ήταν όλα αποκυήματα της φαντασίας

Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2009

ο ανάποδος άνθρωπος 3 (ιντερλούδιο)




σκεφτότανε ο ανάποδος


Με βοήθησαν κάθε λογής άνθρωποι
μέσα από τρύπες να δραπετέψω
και σιωπηλός να κοιμάμαι μέσα σε κλεμμένα σεντόνια
αφού κατάπια τη γλώσσα μου από πείνα
και πια δε λέω ψέμματα.

Κι έτσι δε μπορω να σου παρασταθώ, εσένα
γιατί θα μου λείπει πάντα το τέλος
το τελευταίο γράμμα του αλφαβήτου
που το μαθαίνουνε στους ευτυχισμένους
και που δίχως του τίποτα δεν πεθαίνει, δε μακραίνει
μόνο βρυκολακιάζει.

Σαν το δέρμα του ζώου, που εσύ φορείς πανωφόρι
ζωσμένο στη μέση, και τονίζει τις σχεδόν τέλειες αναλογίες σου.

Πιο φανερά δε γίνεται,
Λογαριαζόσουνα, πριν ακόμα γεννηθείς, στους τυχερούς,
εσύ που φόρεσες απ’ αρχής τ’ αυτιά σου έτοιμα
ποιητής που μεταχειρίζεται άφοβα λέξεις πού’ χεις μόλις πρωτακούσει.

Αλλά κι αν έχεις καταφέρει να κάνεις το παράπονο ιδρώτα
κι ας μην σε αφήνει η μουσική σου να κλάψεις
ούτε να μου κλείσεις τα μάτια και να μ’ αφήσεις να υποψιάζομαι
την τροχιά των δαχτύλων σου μέσα στο χάος,
κι αν ακόμα όλ΄ αυτά τα παγωμένα καταθλίβουν τα φιλιά
που χαρίζεις στον κόσμο,
αφήνεις ακόμα μέσα μου κομμάτια κόσμου
που μυρίζουνε ντροπιαστικά.

Χιόνι και αέρας, και κάθε πέτρα λες και ψοφά ένα αιώνα τώρα.
Έτσι είναι, δε θα σε δασκαλέψει κανείς να χορτάσεις
αν δε μοιραστείς την πείνα σου
αν δεν έχεις κάποιον να τη λαχταρήσει
και να ξεχαστεί μέσα της όπως ξεχνιούνται οι γέροι,
οι πάνω από εβδομήντα.